ἑτεροκίνητος

ἑτερο-κίνητος [ῑ], ον,
A moved by external force, incapable of selfmotion, opp. αὐτοκίνητος, Id.Inst.14, Simp. in Epict.p.10 D., Dam. Pr.18,al., Syrian. in Metaph.23.21. Adv. -τως Simp. in Epict.p.4 D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροκίνητος — moved by external force masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροκίνητος — η, ο (ΑΜ ἑτεροκίνητος, ον) αυτός που δεν μπορεί να κινηθεί μόνος του αλλά υπό την επίδραση εξωτερικής δυνάμεως («η ανόργανη ύλη είναι ετεροκίνητη») νεοελλ. αυτός που δεν έχει πρωτοβουλία ή αυτενέργεια αλλά δρα σύμφωνα με τη θέληση άλλου …   Dictionary of Greek

  • ετεροκίνητος — η, ο 1. αυτός που κινείται από άλλον, όχι μόνος του (αυτοκίνητος). 2. αυτός που ενεργεί σύμφωνα με τη θέληση και τις υποδείξεις άλλων: Ετεροκίνητο όργανο προπαγάνδας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑτεροκινήτως — ἑτεροκίνητος moved by external force adverbial ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκίνητον — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem acc sg ἑτεροκίνητος moved by external force neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκινήτοις — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκινήτου — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκινήτους — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκινήτων — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκινήτῳ — ἑτεροκίνητος moved by external force masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκίνητα — ἑτεροκίνητος moved by external force neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.